4.29.2012

H NAZIΣΤΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.... ( ΄Η EΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΩΝ ΙΝΔΑΛΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΝΕΟΝΑΖΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΟΡΙΑΣ "ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ"...)















Θανάσης Φωτίου, Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα, 
Πρόλογος: Στράτος Δορδανάς, Επίκεντρο, 2011, σελ. 520. Του Στρατή Αρτεμισιώτη.
Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης... Κι ήταν 2 Σεπτέμβρη του 1944. 
Η μέρα που το σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του βουνού χωριό, λίγα χιλιόμετρα έξω 
από τη Θεσσαλονίκη, ερχόταν να προσθέσει το όνομά του στον μακρύ κατάλογο
 των ελληνικών 
«ολοκαυτωμάτων». Και 149 κάτοικοι, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι, 
να προσθέσουν τα ονόματά τους στις μαρμάρινες αναθηματικές στήλες που έμελλε να ανεγερθούν...
Γερμανοί και ταγματασφαλίτες ήταν αυτοί που, το απομεσήμερο εκείνης της μέρας,
 διενήργησαν την έφοδο στο χωριό. Επικεφαλής τους ήταν ένας κατώτατος αξιωματικός, 
ο επιλοχίας Φριτς Σούμπερτ, μαζί με το «Σώμα Κυνηγών» που διοικούσε, ένα «ιδιόκτητο» 
παραστρατιωτικό τάγμα γερμανοντυμένων Ελλήνων, που τον ακολουθούσαν στη μακρά 
και αιματοβαμμένη πορεία του στην Κρήτη και τη Μακεδονία...
Οι εκτελέσεις στον Χορτιάτη υπήρξαν ειδεχθέστατες: όσοι δεν είχαν προνοήσει να 
εγκαταλείψουν το χωριό στοιβάχτηκαν σε δύο οικήματα, το φούρνο του 
Γκουραμάνη και το σπίτι του Νταμπούδη, τα οποία οι «σουμπερίτες»
 μετέτρεψαν σε κρεματόρια πυρπολώντας τα μαζί με όσους βρίσκονταν μέσα. 
Ήταν μία μέθοδος εκτέλεσης που ο Σούμπερτ και οι δικοί του είχαν 
εγκαινιάσει στην Κρήτη που αποτελούσε, τρόπον τινά, την «υπογραφή» που 
άφηναν απ’ όπου περνούσαν.
Ο Φριτς Σούμπερτ αποτελεί έναν από τους σκοτεινότερους πρωταγωνιστές 
της κατοχικής περιόδου - το ίδιο και τα παλικάρια του, στρατολογημένα στην 
Κρήτη (ιδιαίτερα στον Κρούσωνα του Ηρακλείου, όπου συγκεντρώθηκε η 
πρώτη «μαγιά» στελεχών του) και τη Μακεδονία. Και το όνομά του, 
ακόμα και σήμερα, προκαλεί ανατριχίλα σε όσους έζησαν την εμπειρία της 
Κατοχής στα μέρη όπου πέρασε.
Κι όμως, ο βίος και η πολιτεία του καλύπτονταν, όλα αυτά τα χρόνια, 
σε μεγάλο βαθμό από τον πέπλο του μύθου. Σε αυτό συνετέλεσε τόσο 
ο ίδιος όσο και οι βολικές μεταπολεμικές «ερμηνείες» για τη δράση του, 
κυρίως όμως η αποσπασματικότητα των τεκμηρίων και των μαρτυριών 
γι’ αυτήν. Η ανά χείρας μελέτη του καθηγητή του Πανεπιστήμιου Carleton του
 Καναδά Θανάση Φωτίου έρχεται να καταστήσει αυτή τη μυθική φιγούρα
 (αμφιβολίες υπήρχαν ακόμη και για τη γερμανική του καταγωγή) ένα «πρόσωπο της ιστορίας».
Εκκινώντας από προσωπικά κίνητρα, καθώς ο τόπος καταγωγής του 
υπήρξε θύμα των «σουμπεριτών», ο Θ. Φωτίου, μολονότι βυζαντινολόγος, 
κατάφερε, διεξάγοντας εξαντλητική και πολύχρονη έρευνα, τόσο αρχειακή όσο 
και με δεκάδες προφορικές συνεντεύξεις, να τεκμηριώσει βήμα-βήμα την αιματηρή 
πορεία του πλέον αδυσώπητου τμήματος του ένοπλου ελληνικού δωσιλογισμού.
Ο Φριτς Σούμπερτ, δεκανέας και μέλος του ναζιστικού κόμματος, υπηρετεί στην 
Κρήτη τον Αύγουστο του 1941 ως διερμηνέας και, χάρη στην ελληνομάθειά του, 
διακρίνεται στην απόσπαση πληροφοριών. Η συνάντησή του με μια ομάδα 
αντιβενιζελικών από τον Κρουσώνα θα τον οδηγήσει στη συγκρότηση ενός ελληνικού 
«Σώματος Κυνηγών», που θα αναλάβει την τρομοκράτηση του πληθυσμού 
με ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, ανακρίσεις, πλιάτσικο, εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών
. Η ιδιαίτερη «ανεξαρτησία» που επιδείκνυε στην εφαρμογή των αντιποίνων, τον έφερε
 σε σύγκρουση με την πολιτική της διοίκησης του «Φρουρίου Κρήτη», έτσι όπως αυτή 
διαμορφωνόταν πλέον στα τέλη του 1943.
Έχοντας πέσει σε δυσμένεια, τον Γενάρη του 1944, μαζί με μερικούς πιστούς του, 
μετατίθεται στη Μακεδονία, τον κύριο χώρο δράσης των ένοπλων αντικομμουνιστικών 
ομάδων εκείνη την περίοδο, όπου θα συνεργαστεί με το τάγμα του Πούλου και 
άλλους σχηματισμούς, με αποκορύφωμα της εγκληματικής τους δράσης την 
καταστροφή του Χορτιάτη, αλλά και την ανείπωτης αγριότητας σφαγή των Γιαννιτσών, 
λίγο πριν από την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων από την Ελλάδα. 
Μαζί με αυτές και λίγους οπαδούς του θα καταφύγει αρχικά στη Βιέννη, 
όμως με μυθιστορηματικό τρόπο, το 1945, θα επιχειρήσει να επιστρέψει 
στην Ελλάδα. Η τυχαία αναγνώρισή του θα τον φέρει ενώπιον του Στρατοδικείου, 
όπου θα καταδικαστεί σε θάνατο, κατηγορούμενος για 3.000 φόνους 
(μυθικός αριθμός, βέβαια...). Ο επίλογος θα γραφεί στις 22 Οκτωβρίου 1947, 
όταν ο «φόβος και τρόμος» των κατοίκων της Μακεδονίας και της Κρήτης 
διαβεί για τελευταία φορά την εξωτερική πύλη των φυλακών Επταπυργίου, 
για να οδηγηθεί στον «συνήθη τόπο εκτελέσεων»...